Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν σήμερα τον διπλασιασμό των τελωνειακών δασμών σε προϊόντα από την Ινδία – από 25% σε 50% – στο πλαίσιο τιμωρητικών μέτρων της κυβέρνησης Τραμπ. Η απόφαση αποδίδεται στη συνεχιζόμενη αγορά ρωσικού αργού πετρελαίου από την Ινδία, η οποία πλέον καλύπτει σχεδόν το 36% των εισαγωγών της, έναντι μόλις 2% πριν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η Ουάσιγκτον, επιχειρώντας να περιορίσει τα έσοδα της Μόσχας και τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία, στρέφει το βλέμμα στην Ινδία, που αποτελεί μαζί με την Κίνα βασικό αγοραστή ρωσικού αργού. Παρά την πρόσφατη θερμή συνάντηση Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν ακύρωσε το μέτρο, εντείνοντας τις εμπορικές τριβές.
Οι δασμοί αφορούν περιορισμένο εύρος προϊόντων, όμως το πλήγμα είναι σημαντικό για κρίσιμους κλάδους, όπως οι υφαντουργίες και οι εξαγωγές θαλασσινών, ενώ σταδιακά επηρεάζονται και τεχνολογικά αγαθά όπως τα iPhones, που συναρμολογούνται στην Ινδία. Η αμερικανική πλευρά έχει προαναγγείλει επιβολή ακόμη υψηλότερων δασμών, έως και 100%, σε ημιαγωγούς και ηλεκτρονικά προϊόντα.
Το Νέο Δελχί ανησυχεί για μείωση παραγγελιών, μεταφορά παραγωγής σε τρίτες χώρες και απώλειες θέσεων εργασίας, ενώ επιχειρεί να ενισχύσει την εσωτερική ζήτηση ως αντιστάθμισμα. Ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι δεσμεύτηκε για φορολογικές ελαφρύνσεις στους πολίτες, την ώρα που οικονομολόγοι προειδοποιούν για πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης κάτω από 6% εάν δεν επιτευχθεί εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ.
Οι συνομιλίες Ουάσιγκτον – Νέου Δελχί βρίσκονται σε εξέλιξη από τον Φεβρουάριο, αλλά το χάσμα παραμένει μεγάλο, ειδικά στα αγροτικά προϊόντα και τα γαλακτοκομικά. Την ίδια στιγμή, η Ινδία επιχειρεί προσεκτική προσέγγιση με την Κίνα, παρά τις δύσκολες σχέσεις των δύο χωρών, αναζητώντας εναλλακτικά στηρίγματα στην παγκόσμια σκηνή.

