Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα αποκτήσει μερίδιο 10% στην Intel, σε μια κίνηση που σηματοδοτεί την πιο παρεμβατική στρατηγική της Ουάσινγκτον στον τομέα των ημιαγωγών.
Η είδηση οδήγησε τη μετοχή της Intel σε άνοδο άνω του 6%, αν και η εταιρεία απέφυγε να σχολιάσει επισήμως.
Στρατηγική παρέμβαση με εθνική διάσταση
Η απόφαση έρχεται λίγες εβδομάδες μετά τις πιέσεις Τραμπ για παραίτηση του CEO Λιπ-Μπου Ταν λόγω δεσμών με κινεζικές επιχειρήσεις, και ακολουθεί την κεφαλαιακή ένεση 2 δισ. δολαρίων από τη SoftBank Group, που είχε ερμηνευθεί ως σήμα εμπιστοσύνης.
Ο Τραμπ έχει υιοθετήσει πολιτική κρατικής συμμετοχής σε στρατηγικούς τομείς, όπως τα μικροτσίπ, οι σπάνιες γαίες και οι κρίσιμες πρώτες ύλες, με στόχο τη θωράκιση της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η συμφωνία με την Nvidia και η συνεργασία με την MP Materials.
Προκλήσεις για την Intel
Παρά την κρατική στήριξη, η Intel εξακολουθεί να αντιμετωπίζει:
- ζημιογόνο παραγωγή τσιπ,
- αδύναμο τεχνολογικό οδικό χάρτη,
- δυσκολίες προσέλκυσης πελατών για τα νέα της fabs.
Η εταιρεία κατέγραψε ζημία 18,8 δισ. δολαρίων το 2024, την πρώτη από το 1986, ενώ η τελευταία χρονιά με θετικές προσαρμοσμένες ελεύθερες ταμειακές ροές ήταν το 2021.
Προοπτικές
Η ομοσπονδιακή συμμετοχή θεωρείται ότι θα προσφέρει στην Intel περισσότερη ευελιξία χρηματοδότησης και ενισχυμένη αξιοπιστία απέναντι σε διεθνείς πελάτες και εταίρους. Ωστόσο, η ανάκαμψη της εταιρείας θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της νέας διοίκησης να επιταχύνει την τεχνολογική πρόοδο και να αξιοποιήσει τις στρατηγικές συνεργασίες.

