ΕΣΕΕ: Tο αίτημα του επιχειρηματικού κόσμου για δίκαιη μετάβαση χωρίς αποκλεισμούς

Η ελληνική οικονομία έχει εισέλθει στο τελευταίο κρίσιμο, τρίμηνο ενός εξαιρετικά δύσκολου έτους. Η σταδιακή επαναφορά στην κανονικότητα δεν γίνεται χωρίς κόστος, όπως δείχνουν οι πληθωριστικές πιέσεις, αλλά οι προσδοκίες για αυτήν την «τελευταία στροφή» είναι μάλλον ευοίωνες μετά από μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής ευθραυστότητας. Η σημαντική μεγέθυνση των οικονομικών ρυθμών ανάπτυξης από το καλοκαίρι και μετά, το γεγονός ότι η τουριστική περίοδος αναμένεται να κλείσει με εξαιρετικές επιδόσεις και η σταδιακή εκταμίευση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που αναμένεται να «χρηματοδοτήσει» τον προσδοκώμενο παραγωγικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας είναι τα τρία θετικά «σημάδια των καιρών». Παρόλα αυτά, η επιμονή της πανδημίας δεν αφήνει περιθώρια για εφησυχασμούς, κρατώντας χαμηλά την καταναλωτική ζήτηση και τον πήχη των προσδοκιών για το χειμώνα σε μεγάλους κλάδους όπως το εμπόριο και η εστίαση.

Παράλληλα η χώρα μας βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι όπου είτε θα ακολουθήσει τις μέγα – τάσεις της διεθνούς οικονομίας, προωθώντας δυναμικά τον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό της, ώστε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια της, είτε θα βιώσει μια μάλλον «καχεκτική» οικονομική ανάπτυξη η οποία δεν θα είναι ούτε διατηρήσιμη αλλά ούτε και βιώσιμη.

Για να ακολουθήσει όμως η ελληνική οικονομία με συνέπεια την «οδό της αρετής» υπάρχει μια σειρά προϋποθέσεων που θα πρέπει να ικανοποιηθεί. Ειδικότερα, θα πρέπει να σφυρηλατηθεί μια στενότερη σύνδεση μεταξύ καινοτομίας και επιχειρηματικότητας και χρειάζεται να προωθηθεί μια δυναμική προσαρμογή στις απαιτήσεις της κλιματικής αλλαγής, δηλαδή στην επένδυση στην κυκλική και γαλάζια οικονομία. Ακόμη όμως πιο σημαντική είναι η λογική της συμπεριληπτικότητας, δηλαδή της βιώσιμης ανάπτυξης για όλους. Άλλωστε, η μετάβαση του παραγωγικού υποδείγματος απαιτεί  τη συλλογική υποστήριξη των παραγωγικών τάξεων.

Όπως είναι ευρέως γνωστό, λόγω της υπερδεκαετούς οικονομικής κρίσης και της παρατεταμένης δημοσιονομικής αυστηρότητας, το οικοσύστημα της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας δέχθηκε ένα εξαιρετικά ισχυρό σοκ. Πιο συγκεκριμένα, η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, η συρρίκνωση της απασχόλησης και η πτώση της καταναλωτικής δαπάνης οδήγησαν στην απομείωση του κύκλου εργασιών και στο κλείσιμο μεγάλου μέρους των ΜμΕ. Παράλληλα, ο ουσιαστικός αποκλεισμός των ΜμΕ από την επίσημη χρηματοδότηση δεν τους έδωσε τη δυνατότητα να επενδύσουν στον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό τους

Αμέσως μετά την οικονομική ύφεση που τσάκισε τη «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής οικονομίας, η πανδημική κρίση, τα lockdowns και η ραγδαία μεταβολή των καταναλωτικών συνηθειών όξυναν έτι περισσότερο τους δυϊσμούς εντός της επιχειρηματικότητας, δημιουργώντας «πολλαπλές ψηφιακές ταχύτητες» μεταξύ των επιχειρήσεων. Οι ΜμΕ αποστερήθηκαν πολλαπλώς των αναγκαίων πόρων για να επενδύσουν στην πράσινη μετάβαση, στην ψηφιοποίηση αλλά και στις ψηφιακές δεξιότητες του προσωπικού τους. Ειδικότερα στο λιανικό εμπόριο, στο οποίο οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις αποτελούν «ζωτικό σύνολο», οι ψηφιακές ανισότητες είναι πλέον ιδιαίτερα έντονες και φαίνεται πως κλιμακώνονται εν μέσω της πανδημικής κρίσης.

Ακόμη όμως και εν μέσω αυτής της παρατεταμένης οικονομικής θύελλας, η αντοχή και η προσαρμοστικότητα που επέδειξε η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα διέσωσαν χιλιάδες θέσεις εργασίας, κράτησαν ζωντανές τις ελπίδες για ανάκαμψη και απέτρεψαν τη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής. Συνεπώς, σήμερα η επαναφορά της συζήτησης για τον «μη αναπτυξιακό» χαρακτήρα των ΜμΕ αλλά και για τον «αναπόφευκτο» αποκλεισμό τους από την ευρωπαϊκή και την επίσημη χρηματοδότηση δεν συμβάλει στη λογική της συλλογικής προσπάθειας για τον παραγωγικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. Αντίθετα, απαιτείται ένα αναπτυξιακό σχέδιο χωρίς αποκλεισμούς που θα διασφαλίζει τη δίκαιη μετάβαση για όλους.