Το νέο νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ για τις ΑΠΕ φέρνει σαρωτικές αλλαγές στο ενεργειακό τοπίο, επιταχύνοντας την αδειοδότηση έργων, ενισχύοντας την ευελιξία του συστήματος και αναδιαμορφώνοντας τη λειτουργία της αγοράς, με στόχο την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων για το 2030 και την πλήρη ενσωμάτωση της οδηγίας RED III.
Η κυβερνητική παρέμβαση επιχειρεί να αντιμετωπίσει τρία βασικά διαχρονικά προβλήματα της αγοράς: τις καθυστερήσεις στην αδειοδότηση, τα εμπόδια στη λειτουργία της αγοράς ενέργειας και το έλλειμμα ευελιξίας του ηλεκτρικού συστήματος. Στον πυρήνα του σχεδίου βρίσκεται η απλοποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών, με την εισαγωγή αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων για όλα τα στάδια ανάπτυξης ενός έργου ΑΠΕ, από την περιβαλλοντική αδειοδότηση έως τη σύνδεση στο δίκτυο.
Κομβική αλλαγή αποτελεί η εισαγωγή της «σιωπηρής έγκρισης», σύμφωνα με την οποία η μη απάντηση της διοίκησης εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών δεν μπλοκάρει την επένδυση, αλλά επιτρέπει τη συνέχιση της διαδικασίας. Με τον τρόπο αυτό μεταφέρεται το βάρος των καθυστερήσεων από τον επενδυτή στο Δημόσιο, επιχειρώντας να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο των «παγωμένων» φακέλων που επιβραδύνουν την ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Σημαντική τομή αποτελεί και η δημιουργία των λεγόμενων Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ (Go-to Areas), όπου οι διαδικασίες αδειοδότησης απλοποιούνται και ολοκληρώνονται σε συντομότερο χρόνο, με προκαθορισμένα περιβαλλοντικά κριτήρια. Οι ζώνες αυτές μειώνουν το επενδυτικό ρίσκο και ευθυγραμμίζονται με τη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική που αντιμετωπίζει τα έργα ΑΠΕ ως έργα υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο ενισχύει το πλαίσιο για την αγορά ενέργειας, με ιδιαίτερη έμφαση στα μακροπρόθεσμα συμβόλαια αγοράς ενέργειας (PPAs), τα οποία αποκτούν πιο σαφή θεσμική βάση. Σε συνδυασμό με την αναβάθμιση του συστήματος εγγυήσεων προέλευσης, δημιουργούνται συνθήκες μεγαλύτερης σταθερότητας για τους παραγωγούς και ενισχύεται η εμπιστοσύνη των επενδυτών και των χρηματοδοτών.
Κεντρικός πυλώνας του νέου πλαισίου είναι και η αποθήκευση ενέργειας, η οποία αναβαθμίζεται σε βασικό εργαλείο για τη λειτουργία του συστήματος. Εισάγεται η «Δήλωση Ετοιμότητας» για σταθμούς αποθήκευσης, ενώ θεσπίζονται όρια συγκέντρωσης ισχύος για την αποφυγή ολιγοπωλιακών καταστάσεων. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε έργα αντλησιοταμίευσης, που αναγνωρίζονται ως στρατηγικής σημασίας για τη σταθερότητα του δικτύου.
Σημαντικές αλλαγές εισάγονται και στο ζήτημα της σύνδεσης των έργων, που αποτελεί ένα από τα βασικά «στενά σημεία» της αγοράς. Το νέο πλαίσιο επιτρέπει κοινά σημεία σύνδεσης και καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών, ενώ για πρώτη φορά προβλέπεται αποζημίωση παραγωγών σε περίπτωση καθυστερήσεων από τους διαχειριστές, εισάγοντας έννοια ευθύνης στη λειτουργία του συστήματος.
Στην πλευρά της ζήτησης, το νομοσχέδιο ενισχύει την αυτοκατανάλωση και τις ενεργειακές κοινότητες, με τη δημιουργία Ηλεκτρονικού Μητρώου Αυτοκαταναλωτών και τη διεύρυνση της συμμετοχής φορέων όπως οι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων. Η προσέγγιση αυτή προωθεί πιο αποκεντρωμένα και συνεργατικά μοντέλα παραγωγής ενέργειας.
Παράλληλα, επιταχύνεται η ανάπτυξη των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, με το Δημόσιο να αναλαμβάνει πιο ενεργό ρόλο στον σχεδιασμό και τη χωροθέτηση, μειώνοντας το επενδυτικό ρίσκο και προσελκύοντας κεφάλαια. Το ελληνικό μοντέλο προσεγγίζει έτσι πιο ώριμες ευρωπαϊκές αγορές, όπου ο αρχικός σχεδιασμός γίνεται κεντρικά.
Σε κανονιστικό επίπεδο, το νομοσχέδιο επικαιροποιεί τους ορισμούς για τα ανανεώσιμα καύσιμα και τα καύσιμα χαμηλών εκπομπών, ενώ εισάγει αυστηρότερα κριτήρια βιωσιμότητας και μηχανισμούς ελέγχου μέσω εθνικών και ευρωπαϊκών βάσεων δεδομένων. Το συνολικό πλαίσιο διαμορφώνει ένα πιο ευέλικτο, διαφανές και αποτελεσματικό σύστημα, που φιλοδοξεί να επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

