Η Nokia ανακοίνωσε ένα νέο στρατηγικό επενδυτικό πλάνο ύψους 4 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ, με σκοπό να ενισχύσει την έρευνα, ανάπτυξη και παραγωγή τεχνολογιών που αφορούν δίκτυα επόμενης γενιάς, βασισμένα στην τεχνητή νοημοσύνη. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί ένα από τα μεγαλύτερα βήματα της φινλανδικής εταιρείας για την ενίσχυση της παρουσίας της στην αμερικανική αγορά και για την προσαρμογή της στον νέο τεχνολογικό ανταγωνισμό γύρω από την AI–driven συνδεσιμότητα.
Από τα 4 δισ. δολάρια, τα 3,5 δισ. θα κατευθυνθούν αποκλειστικά στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D), με στόχο τη δημιουργία καινοτόμων λύσεων δικτύων που ενσωματώνουν δυναμικές λειτουργίες AI για τη βελτιστοποίηση της απόδοσης, της ασφάλειας και της αξιοπιστίας. Τα υπόλοιπα 500 εκατ. δολάρια θα επενδυθούν σε παραγωγικές μονάδες και κεφαλαιουχικές δαπάνες σε Τέξας, Νιου Τζέρσεϊ και Πενσυλβάνια, ενισχύοντας το βιομηχανικό αποτύπωμα της Nokia στις ΗΠΑ.
Η εταιρεία, που διαθέτει πάνω από δώδεκα εγκαταστάσεις στη Βόρεια Αμερική και αποτελεί ιδιοκτήτρια των ιστορικών Bell Labs, παρουσίασε παράλληλα μια νέα στρατηγική που στοχεύει στον εξορθολογισμό των λειτουργιών της και στην ενίσχυση των επενδύσεών της σε τεχνολογίες AI. Η ενίσχυση της παρουσίας της στις ΗΠΑ θεωρείται κρίσιμη, καθώς η χώρα δεν διαθέτει εγχώριο κατασκευαστή τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού ανάλογου μεγέθους, με αποτέλεσμα η Nokia, η Ericsson και η Samsung να αποτελούν βασικούς προμηθευτές για κρίσιμες υποδομές.
Ο νέος CEO της Nokia, Justin Hotard, ο οποίος προέρχεται από την Intel, τόνισε ότι η εταιρεία δίνει προτεραιότητα σε συνεργασίες με χώρες που επιδιώκουν τεχνολογίες δυτικών προδιαγραφών, στέλνοντας σαφές μήνυμα για τη στρατηγική κατεύθυνση της εταιρείας σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής έντασης και τεχνολογικού ανταγωνισμού.
Το σχέδιο επενδύσεων εντάσσεται και στο πλαίσιο των συνομιλιών που είχε ο Φινλανδός πρόεδρος Αλεξάντερ Στουμπ με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, με τη Nokia να αποτελεί μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν. Με τη νέα αυτή κίνηση, η εταιρεία ενισχύει τη θέση της ως ένας από τους πιο κρίσιμους τεχνολογικούς παίκτες στην αμερικανική αγορά δικτύων επόμενης γενιάς.

